03 September 2006

Ιστορία της Τεχνολογίας, Εισαγωγή Ι



ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ι




1. Ορολογία, Τεχνική-Τεχνολογία

Σε πρώτη προσέγγιση ορίζουμε ως Τεχνική το σύνολο των γνώσεων των φυσικών επιστημών που αξιοποιούνται για ανθρώπινες ανάγκες. Ένας πληρέστερος σύγχρονος ορισμός της Τεχνικής την προσδιορίζει ως «σύνολο όλων των αντικειμένων, ενεργειών και μεθόδων που επινοούνται και αναπτύσσονται από τον άνθρωπο, με χρήση φυσικών νόμων και διεργασιών, καθώς επίσης κατάλληλων υλικών, για να εξυπηρετηθούν απαιτήσεις της εργασίας και της παραγωγής». Σημειώνουμε ακόμα ότι ο όρος Τεχνολογία (αντιδάνειο στα ελληνικά από τις λατινογενείς γλώσσες), δηλώνει την επιστημονική γνώση που απορρέει από τις τεχνικές διαδικασίες παραγωγής και δεν ταυτίζεται με τον όρο Τεχνική. Στο βιβλίο του «Τεχνολογία, Κοινωνία, Πολιτισμός» διακρίνει ο Θ.Βακαλιός πέντε οπτικές γωνίες για τον ορισμό της έννοιας τεχνολογία, από τις οποίες η πέμπτη είναι συνδυασμός της οικονομικής, της κοινωνιολογικής, της εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής και, τέλος, της φιλοσοφικής οπτικής.

Ο L.Mumford γράφει ότι συνήθως χρησιμοποιούμε τη λέξη τεχνολογία για να περιγράψουμε, τόσο το πεδίο των πρακτικών τεχνών, όσο και τη συστηματική μελέτη των διεργασιών και των προϊόντων τους. Ο ίδιος προτιμά, για λόγους σαφήνειας, να χρησιμοποιεί μόνο τη λέξη τεχνική για να περιγράψει το καθεαυτό πεδίο, το μέρος εκείνο της ανθρώπινης δραστηριότητας, στο οποίο, με μια ενεργητική μεθόδευση της εργασιακής διαδικασίας, ελέγχει ο άνθρωπος και κατευθύνει τις φυσικές δυνάμεις, ώστε να πετύχουν αυτές τους σκοπούς του. 

Απ' την άλλη πλευρά, ο Θ.Τάσιος πιστεύει ότι, πέρα από την ακαδημαϊκή διερεύνηση των όρων, υπάρχει και το γλωσσικό αίσθημα, το οποίο συσχετίζει την τεχνική με την τέχνη. Από τη λαϊκή κουβέντα «μάθε τέχνη κι άστηνε...» προκύπτει μια συγγένεια των όρων και των εννοιών (Περιοδικό «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ»). Ήδη στην Αρχαιότητα συνιστούσε κάθε κατασκευή ταυτόχρονα ένα τέχνημα και ένα έργο τέχνης.  για να αξιοποιηθεί κάθε τεχνικό κατασκεύασμα έπρεπε να ληφθούν υπόψη, τόσο η χρησιμότητά του, όσο και η αισθητική του. Η τέχνη ήταν ένα τέχνημα και οιονεί τεχνολογία (D. Ihde). Έτσι, η χρήση στον καθημερινό λόγο του όρου τεχνολογία που επανήλθε στα καθ' ημάς ως αντιδάνειο από τις λατινογενείς γλώσσες, καλύπτει συχνά και διάφορες συναφείς έννοιες (τεχνική, τέχνη, τεχνογνωσία κλπ.) 

Το παρόν κείμενο καλύπτει θέματα, τα οποία μέχρι μια ιστορική εποχή υπάγονταν, κατά τη δική μας αντίληψη, στην τεχνική και από εκεί και πέρα αφορούν την τεχνολογία, δηλαδή την επιστημονική γνώση που απορρέει από τις τεχνικές διαδικασίες παραγωγής. Το όριο μεταξύ των δύο εποχών είναι προφανώς ασαφές και τοποθετείται συνήθως στην έναρξη της βιομηχανικής επανάστασης κατά το 18ο αιώνα. Δεν θα ήταν όμως ακατανόητο να τοποθετηθεί αυτό το όριο ήδη στο 14ο αιώνα, όταν κατασκευάστηκαν τα πρώτα μηχανικά ρολόγια και ουσιαστικά άρχισε η εποχή της λεπτομηχανικής. Με τέτοιες και άλλες συναφείς σκέψεις και ενστάσεις ονομάστηκε το παρόν σύγγραμμα αρχικά «Ιστορία της Τεχνικής και της Τεχνολογίας» και τελικά, πιο σύντομα, «Ιστορία της Τεχνολογίας» μια και, αφενός η σημασία της τεχνολογίας για το σημερινό επίπεδο γνώσεων και τον τρόπο διαβίωσης είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη, αφετέρου επειδή η συντομία συχνά επικαλύπτει οριακές διαφοροποιήσεις, διευκολύνει τη συνεννόηση και είναι γι' αυτό το λόγο σκόπιμο να προτιμάται. 

Στα πλαίσια αυτής της μελέτης παρουσιάζονται διάφοροι όροι, οι οποίοι χρησιμοποιούνται μερικές φορές ως συνώνυμοι, έχουν όμως κάποιες μικρές ή μεγάλες διαφορές στη σημασία τους, τις οποίες είναι σκόπιμο να διευκρινίσουμε:
  • επινόηση: Οτιδήποτε καινούργιο και πρωτότυπο συλλαμβάνει ο ανθρώπινος νους μέσω της δημιουργικής σκέψης και φαντασίας, καθώς επίσης το αποτέλεσμα αυτής της σύλληψης. 
  • εφεύρεση: Η επινόηση νέας συσκευής, μεθόδου, διαδικασίας κλπ. για την παραγωγή ωφέλιμων αποτελεσμάτων, καθώς επίσης το προϊόν της επινόησης.
  • ευρεσιτεχνία: Συνώνυμο της εφεύρεσης, όπου επιπλέον υπονοείται η ύπαρξη σχετικού πιστοποιητικού κατοχύρωσης.
  • ανακάλυψη: Η εύρεση μετά από αναζήτηση και έρευνα πράγματος ή κατάστασης που υπήρχαν αλλά δεν ήταν γνωστά, καθώς επίσης το αποτέλεσμα αυτής της εύρεσης.
  • καινοτομία (νεωτερισμός): Η ουσιώδης τροποποίηση, η ριζική αλλαγή κάποιων συστημάτων ή μεθόδων που καταλήγουν σε ένα χρήσιμο για την κοινωνία προϊόν.
  • αποκάλυψη: Η εύρεση και γνωστοποίηση πράγματος ή κατάστασης που υπήρχαν αλλά δεν ήταν ευρέως γνωστά λόγω μυστικότητας, καθώς επίσης το αποτέλεσμα αυτής της εύρεσης.
2. Ιστορική πορεία της Επιστήμης

Επιστήμη  ονομάζουμε το σύνολο των γνώσεων που προκύπτουν με συστηματικό τρόπο και ορθολογικές μεθόδους (παρατήρηση, υπόθεση, πείραμα, απόδειξη κ.ά.) και επαληθεύονται ανεξάρτητα χρόνου και τόπου. Πέρα από τεχνοκρατικούς ορισμούς, η επιστήμη επηρεάζει την αυτογνωσία του ανθρώπου και της κοινωνίας και χαρακτηρίζει ένα ανώτερο στάδιο της εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού. Κι αυτό γιατί η επιστήμη, ως συσσωρευμένη και οργανωμένη αντικειμενική γνώση, είναι το πρώτο μέσον που δημιούργησε ο άνθρωπος, το οποίο δίνει από φυσικής πλευράς σε όλους ίδιες δυνατότητες συμμετοχής και κρίσης. Η επιστήμη δεν προσιδιάζει ιδιαίτερα σε κάποια φυλή, σε κάποια κοινωνική ομάδα, σε κάποια θρησκεία, αλλά αποτελεί την προϋπόθεση για τη συμμετοχή σε ένα πραγματικά παγκόσμιο πολιτισμό σε δημοκρατική βάση.

Εφόσον οι επιστημονικές γνώσεις αναφέρονται στα φαινόμενα και τις διεργασίες της φύσης, εννοούμε πιο συγκεκριμένα τις Φυσικές Επιστήμες (Φυσική, Χημεία, Βιολογία, Αστρονομία, Γεωλογία, Ωκεανογραφία κ.ά.) Άλλη κατηγορία ομαδοποιεί εκείνες τις επιστήμες που μελετούν αφηρημένα γνωστικά αντικείμενα (Μαθηματικά, Πληροφορική, Επιστημολογία, Φιλοσοφία) και μια τρίτη κατηγορία, τις επιστήμες για τις ανθρώπινες δραστηριότητες. αυτές ονομάζονται και ανθρωπιστικές επιστήμες (Νομικές, Κοινωνικές, Οικονομικές, Πολιτισμικές, Τεχνικές κ.ά.) Για την υπαγωγή μιας κατηγορίας γνώσεων στην επιστήμη ισχύουν συγκεκριμένοι επιστημολογικοί κανόνες που διατυπώθηκαν κατά καιρούς, αρχικά από τον Galileo Galilei και τον Francis Bacon την εποχή της Αναγέννησης, μέχρι τις ημέρες μας από τον Karl Popper κ.ά.
Σύγχρονη επιστήμη είναι η λεγόμενη ευρωπαϊκή ή δυτική επιστήμη, επειδή η εποχή αυτής της επιστήμης άρχισε στη Δυτική Ευρώπη. Η καταγωγή της δυτικής επιστήμης μπορεί να ανιχνευτεί όμως σε δύο πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο. Από εκεί πέρασε η γνώση στο χώρο της Μικράς Ασίας, της Ελλάδας και της νότιας Ιταλίας, όπου αναβαθμίστηκε σε επιστήμη με την αρχαιοελληνική έννοια και διαδόθηκε ευρύτερα στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου με τα ελληνιστικά βασίλεια και τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Η επιστήμη απαρτιζόταν κατά την ελληνορωμαϊκή Αρχαιότητα από ένα σύνολο εικασιών και ταυτιζόταν με τη φιλοσοφία. Η εξήγηση της φύσης και της ζωής γινόταν κυρίως με βάση κάποιες φιλοσοφικές αρχές, στις οποίες προσαρμόζονταν οι εξηγήσεις για τα διάφορα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα. Οι Ίωνες φιλόσοφοι ονομάστηκαν και φυσικοί φιλόσοφοι, γιατί αποδεσμεύτηκαν από τους (θρησκευτικούς) μύθους και έθεσαν στο προσκήνιο την εμπειρία από τις παρατηρήσεις.
Οι σοφιστές που δραστηριοποιήθηκαν κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα έστρεψαν την προσοχή τους στον άνθρωπο, ενώ οι κλασικοί φιλόσοφοι, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης, όπως και οι φιλόσοφοι της ελληνιστικής εποχής, Επίκουρος, Ζήνων, Πλωτίνος κ.ά., εισήγαγαν αφηρημένες ανώτερες έννοιες (ιδανικό, αρετή, ιδέες, μορφές, είδη, ευδαιμονία, γνώση κ.ά.), βάσει των οποίων περιγράφουν την «αληθινή» φύση και την «ιδανική» κοινωνία.
Ήδη από την εποχή των κλασικών φιλοσόφων (4ος αιώνα π.Χ.) η ελληνική φιλοσοφία έδειχνε δύο συγκεκριμένες τάσεις: απ' τη μια πλευρά ο μυστικισμός του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα κι από την άλλη η μηχανιστική σκέψη του Δημόκριτου και εν μέρει του Αριστοτέλη. Αυτές οι δύο πλευρές συνδυάζονταν συχνά σε μία ενιαία για να εξηγηθούν συνολικά η φύση και η κοινωνία. Κατά την ελληνιστική εποχή, οπότε αναπτύσσονται και σημαντικές τεχνικές κατασκευές, εξελίσσεται μεν η επιστήμη αποδεσμευμένη σε μεγάλο βαθμό από τη φιλοσοφία, όμως η ίδια η φιλοσοφία συνέχισε να εξελίσσεται στις δύο τάσεις που περιγράφηκαν.
Με την επιβολή του χριστιανισμού από τους Ρωμαίους στρατηγούς και τον έλεγχο όλων των διαδικασιών παραγωγής γνώσης από τον εκκλησιαστικό μηχανισμό, επικράτησαν οι ανατολίτικες μυστικιστικές θεωρίες (προφητείες, επιφοίτηση, οράματα κ.ά.), οι οποίες δεν είχαν ανάγκη από οποιαδήποτε επιστημονική σκέψη. Έτσι τέθηκε στο επίκεντρο του προβληματισμού η πίστη και, όλες οι μελέτες καθώς και τα πολλαπλά δάνεια από την ελληνορωμαϊκή φιλοσοφία, είχαν μοναδικό σκοπό να επαληθεύσουν τις ιερές γραφές. Αυτή η αντιστροφή ονομάστηκε αργότερα σχολαστικισμός ή σχολαστική φιλοσοφία και μόνο κατ' όνομα έχει σχέση με αυτό που ονομαζόταν φιλοσοφία στην ελληνορωμαϊκή εποχή και ονομάζεται πάλι έτσι από την Αναγέννηση και μετά.
Η επιστήμη δεν έφτασε στη μεσαιωνική Ευρώπη από τους Ρωμαίους ή από τους Βυζαντινούς, όπως ισχυρίζονται διάφορα σχολικά βιβλία με στόχο την προώθηση μια (φανταστικής) υπερηφάνειας, αλλά από τους Άραβες. Οι Άραβες παρέλαβαν τα συγγράμματα της αρχαίας ελληνικής και ελληνιστικής γραμματείας, τα οποία είχαν μεταφραστεί ήδη από τον 5ο αιώνα από τους Νεστοριανούς (οπαδοί μιας χριστιανικής παραλλαγής) στη συριακή γλώσσα της εποχής (διάλεκτος της αραμαϊκής) και είχαν αξιοποιηθεί στις ακμάζουσες σχολές της Περσίας. Τα συγγράμματα αυτά διαφυλάχτηκαν και μελετήθηκαν, μαζί με νεώτερες μεταφράσεις, στα χρόνια της αραβικής πολιτισμικής ακμής και αργότερα διαδόθηκαν στη μεσαιωνική Ευρώπη μέσω των Αράβων της Ισπανίας και της Μέσης Ανατολής.
Με την ανάπτυξη των επιστημών στην Ευρώπη, κυρίως από την Αναγέννηση και εντεύθεν, κάθε κλάδος που οριοθετείται μεθοδολογικά και ωριμάζει, αφενός αποστασιοποιείται από θρησκευτικές δοξασίες, αφετέρου αποκόπτεται από τη φιλοσοφία και μελετάται με προεξάρχον στοιχείο τη διασύνδεση θεωρίας και δεδομένων που προκύπτουν από παρατηρήσεις. Ταυτόχρονα, η επιστήμη που αποβλέπει στην επέκταση της γνώσης, ανατροφοδοτεί με τα πορίσματά της τη φιλοσοφία, η οποία αναζητάει τη σαφήνεια.
Συχνά τίθεται το ερώτημα, σε σχέση με τη διαδρομή της επιστήμης από την Ανατολή προς τη Δύση, αν και ποιο ρόλο έπαιξαν στην πρόοδο της επιστήμης άλλοι γνωστοί ανατολικοί πολιτισμοί, όπως αυτοί της Κίνας και της Ινδίας. Με το πλεονέκτημα της ύστερης γνώσης είμαστε σε θέση να κρίνουμε ότι η ανάπτυξη της γνώσης και η εξέλιξη των επιστημονικών ιδεών σ' αυτές τις χώρες ακολούθησε ένα διαφορετικό πρότυπο, το οποίο έδωσε διαφορετικά αποτελέσματα και, προφανώς, δεν ήταν τόσο αποδοτικό, όσο το ευρωπαϊκό. Βέβαια, συγκεκριμένες επινοήσεις ήρθαν από την Ανατολή (εκρηκτικές ουσίες, πυξίδα, χαρτί κ.ά.) και ενσωματώθηκαν στις δυτικές πρακτικές, αλλά με αυτά τα δάνεια δεν επηρεάστηκε το δυτικό πρότυπο ανάπτυξης της επιστήμης.

3. Επιστήμη, τεχνολογία και πρόοδος

Από τη μελέτη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων προκύπτει ότι οι τεχνικές επινοήσεις, ακόμα και στις πρώιμες εποχές, προηγούνται οποιουδήποτε άλλου νεωτερισμού. Αυτές οι επινοήσεις, αφενός δημιούργησαν το απαιτούμενο περίσσευμα πόρων (πλούτο) για να έχει την ευχέρεια ο άνθρωπος να ασχοληθεί με ηθικά και αισθητικά ζητήματα και αφετέρου βοήθησαν αποτελεσματικά στη γενικότερη βιολογική, οικονομική και κοινωνική πρόοδο. 
Για να επιβεβαιώσουμε τον ισχυρισμό ότι η τεχνολογική (και η επιστημονική) πρόοδος δημιουργούν πλούτο και για να εκτιμήσουμε αυτό τον πλούτο ποσοτικά, αξιοποιούμε τις μελέτες του οικονομολόγου Angus Maddison που συνέταξε στις αρχές του 21ου αιώνα για λογαριασμό του ΟΟΣΑ. Σύμφωνα με αυτές τις μελέτες η εξέλιξη του κατά κεφαλήν εισοδήματος για τους κατοίκους της Ευρώπης ήταν, σε σταθερές τιμές, επί περίπου 1700 σχεδόν αμετάβλητη, από 300 $ στη ρωμαϊκή εποχή στα 500 $ το έτος 1700. Η πρώτη εκτίναξη πλούτου αρχίζει από το 1700 μέχρι το 1820 και είναι, προφανώς, συνέπεια της βιομηχανικής επανάστασης.
Το 1820, σύμφωνα με τις στατιστικές σειρές του Maddison, το κατά κεφαλήν εισόδημα αγγίζει την οροφή των 1.000 δολαρίων για να φθάσει τα 2.000 δολάρια το 1913 με τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση που ξεκίνησε από τους σιδηροδρόμους και τη χαλυβουργία για να καταλήξει στη μαζική παραγωγή αυτοκινούμενων οχημάτων με τις τεχνικές επινοήσεις στην ηλεκτροτεχνία (γεννήτριες, κινητήρες, γραμμές μεταφοράς ενέργειας κλπ.), τη μηχανολογία (μηχανές εσωτερικής καύσης, εργαλειομηχανές κλπ.), τη μεταλλουργία, τη χημεία κ.ο.κ.
Μετά το β' παγκόσμιο πόλεμο, η τεχνολογική πρόοδος εξελίσσεται ραγδαία και η τρίτη βιομηχανική επανάσταση με την πληροφορική, τις επικοινωνίες, τη βιοτεχνολογία κ.ά. αλλάζει κυριολεκτικά την Ευρώπη, ανεβάζοντας το κατά κεφαλήν εισόδημα το έτος 2001 στα 7.000 δολάρια. Ο πλούτος που παρήγαγε δηλαδή η Ευρώπη στη διάρκεια των ετών του 20ού αιώνα ήταν επταπλάσιος εκείνου που δημιουργήθηκε τους προηγούμενους 19 αιώνες (A.Maddison: «The World Economy, Historical Statistics», OECD)!
Συγκρίνοντας δε αυτό το διάγραμμα με εκείνο του Lilley για την αύξηση των τεχνολογικών καινοτομιών, διαπιστώνουμε μια παράλληλη πορεία μεταξύ, αφενός βελτίωσης της γνώσης και αφετέρου του πλούτου. Η καταπίεση της επιστημονικής γνώσης και η συγκράτηση της μόρφωσης σε χαμηλά επίπεδα κατά το Μεσαίωνα προσέφερε στους ανθρώπους μακραίωνη φτώχεια και εξαθλίωση, πέρα από τις ασθένειες και τους συνεχείς πολέμους της κρατικής και εκκλησιαστικής εξουσίας.
Ένα ζήτημα που χαρακτηρίζεται από ασάφεια, είναι η σχέση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας. Ως προς την τρέχουσα αντίληψη, δεν φαίνεται να είναι εύκολη η διατύπωση ενός κανόνα για την οριοθέτηση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας. Για παράδειγμα, η Χημεία είναι ασφαλώς ένας επιστημονικός τομέας και όλα τα πειράματα που εκτελούνται με βάση τούς φυσικο-χημικούς νόμους, οι οποίοι περιέχονται στα σχετικά συγγράμματα, είναι επιστημονικά. Εφόσον όμως οι ίδιες φυσικοχημικές διεργασίες εκτελούνται σε μεγάλη κλίμακα, όχι για την επιβεβαίωση φυσικών νόμων αλλά για παραγωγή κάποιων υλικών ή ενέργειας, τότε βρισκόμαστε στον τομέα της τεχνολογίας. Με το ίδιο σκεπτικό μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η εφαρμογή κάποιων ιατρικών γνώσεων, η οποία εφαρμογή στηρίζεται στη χρήση σύνθετου τεχνολογικού εξοπλισμού και έχει στόχο την αποκατάσταση της υγείας των ασθενών, θα έπρεπε επίσης να υπάγεται στον τομέα της τεχνολογίας και όχι γενικά στον τομέα της επιστήμης. Στην πραγματικότητα δεν έχουμε όμως αυτή την αντίληψη για τις εφαρμογές των ιατρικών γνώσεων, προφανώς επειδή το αποτέλεσμα, η υγεία, δεν είναι τεχνολογικό προϊόν. 
Ως προς την αλληλεξάρτηση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας, φαίνεται ότι οι φυσικές επιστήμες καλύπτουν επιστημολογικά επίσης τις τεχνικές κατασκευές και λειτουργίες, δηλαδή ισχύει μεταξύ τους μια σχέση υπερσυνόλου-υποσυνόλου. Η επιστημονικότητα που χαρακτηρίζει τις Φυσικές Επιστήμες δεν ισχύει όμως γενικώς, τουλάχιστον για ένα μέρος των τεχνικών κατασκευών.  θα ανταποκρίνεται πλήρως στο απώτερο μέλλον, όταν «όλες» οι τεχνικές κατασκευές και λειτουργίες θα έχουν περιγραφεί και εξηγηθεί με επιστημονικό τρόπο. Κι' αυτό γιατί πολλές, ίσως οι περισσότερες τεχνικές επινοήσεις, προέκυψαν αρχικά και προκύπτουν μερικές φορές ακόμα με εμπειρικό τρόπο, χωρίς να αποκλείεται σε ορισμένες περιπτώσεις και ο παράγοντας του τυχαίου: αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά την τυπογραφική πρέσα, την ατμομηχανή, τον τηλέγραφο, το αεροπλάνο κ.ά. Σ' αυτές και άλλες όμοιες περιπτώσεις διατυπώθηκε αργότερα μια θεωρία ως επιστημονικό υπόβαθρο, αλλά αυτό δεν ισχύει ακόμα για όλη την έκταση της Τεχνικής.
Με αυτές τις προϋποθέσεις, πρέπει να θεωρήσουμε ότι, ενώ ισχύουν και για την Τεχνολογία οι απαιτήσεις της συστηματικής και ορθολογικής προσέγγισης, δεν είναι δυνατόν να κατατάξουμε κάθε τεχνική κατασκευή στα επιστημονικά προϊόντα. Ένα μέρος των τεχνικών επινοήσεων εξαρτάται από τις παραδόσεις που καλλιεργούνται σε κάθε λαό, από την ιδιοφυΐα και την πείρα κάποιων μαστόρων ή μηχανικών και από τις απαιτήσεις της κοινωνίας και της παραγωγής. Οι εφευρέτες δανείζονται εμπειρίες και γνώσεις από άλλους τομείς και, στηριζόμενοι στην επινοητικότητά τους, συνθέτουν ένα νέο μηχάνημα ή σύστημα, το οποίο πρέπει να ικανοποιεί ένα και μοναδικό κριτήριο: τη λειτουργία! Αυτοί οι εφευρέτες προφανώς δεν προβληματίζονται, αν η δραστηριότητά τους εμπίπτει σε κάποιο επιστημονικό τομέα και αν αυτή πληροί τους όρους που διατύπωσαν οι φιλόσοφοι. Μοναδικό τους στόχος είναι να παράγει η μηχανή που κατασκεύασαν το έργο που αναμένεται από αυτήν.
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι, παρά τη φαινομενικά σωστή σχέση υπερσυνόλου-υποσυνόλου, απ' τη μια πλευρά οι θετικές επιστήμες υπακούν σε σαφείς επιστημολογικούς κανόνες με αξιώσεις γενικής ισχύος, και απ' την άλλη πλευρά η τεχνολογία αρκείται σε χαλαρούς μεν, αλλά μετρήσιμους κανόνες αξιολόγησής της. Αυτές οι εγγενείς ασάφειες μάς παρασύρουν συχνά να αναφερόμαστε, γενικεύοντας, στην επιστημονική πρόοδο ενώ εννοούμε μόνο κάποιες τεχνολογικές επιτυχίες και, αντίστροφα, να μιλάμε για τεχνολογικές βελτιώσεις, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για δημιουργία νέων (επιστημονικών) γνώσεων.
Στις αρχές του 21ου αιώνα ο σκοπός της τεχνολογίας και γενικότερα της επιστήμης, πέρα από την πάγια ικανοποίηση της έμφυτης περιέργειας του ανθρώπου, είναι σαφώς πιο συγκεκριμένος: να βοηθήσει τον άνθρωπο στην κατανόηση του εαυτού του, της φύσης και της κοινωνίας και να τον υποστηρίξει στις συλλογικές επεμβάσεις στον κοινωνικό περίγυρο και στο φυσικό περιβάλλον. Η εμπειρία μάς βεβαιώνει, ειδικότερα, ότι η εφαρμογή των επιστημονικών αποτελεσμάτων διευρύνει την προσδοκώμενη διάρκεια ζωής, εξαφανίζει ή περιορίζει τις ασθένειες και τις επιπτώσεις τους, προσφέρει στον άνθρωπο ελευθερία προσωπικών και συλλογικών επιλογών και λειτουργεί απελευθερωτικά όσον αφορά τις εξαρτήσεις, φοβίες, δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις του, οι οποίες οφείλονται, άλλοτε σε προσωπική ανασφάλεια και άλλοτε στην άγνοια των νόμων της φύσης και των κανόνων κοινωνικής συμβίωσης.
Ταυτόχρονα, ο άνθρωπος οδηγείται από τα επιτεύγματά του σε νέους περιορισμούς και νέας μορφής εξαρτήσεις, όπως:
  • τη σταδιακή υποβάθμιση του περιβάλλοντος,
  • την απώλεια ελέγχου στα τεχνητά ραδιενεργά υλικά,
  • τη μόλυνση τροφίμων και υδάτων με εντομοκτόνα και φυτοφάρμακα,
  • τη διάδοση γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών,
  • τη συσσώρευση ακτινοβολιών από κάθε είδους και μορφής συστήματα εκπομπής,
  • τη συνεχή παρακολούθηση μέσω της κινητής τηλεφωνίας, των πιστωτικών καρτών, των υπαίθριων συστημάτων βιντεοσκόπησης κ.ά.,
  • την επέμβαση στο γονιδίωμα με, προς το παρόν, απρόβλεπτες επιπτώσεις και προοπτικές.
Κάθε καινοτομία έχει πάντα δύο όψεις, αυτή της αναβάθμισης και αυτή της υποβάθμισης. Όποιος εστιάσει το ενδιαφέρον του μόνο στη μία από τις δύο αυτές όψεις γίνεται, είτε τεχνολάγνος, είτε τεχνοφοβικός. Ζητούμενο είναι, αφενός οι αναβαθμίσεις να υπερτερούν ποιοτικά των υποβαθμίσεων και, αφετέρου, κάθε υποβάθμιση να μην είναι τόσο δραστική ώστε να ανατρέψει όλες τις προηγούμενες κατακτήσεις και, τελικά, ολόκληρο τον πολιτισμό. Ένας από τους σημαντικούς στόχους του πολιτισμού μας είναι η εξεύρεση του άριστου μέτρου ανάμεσα στα δύο άκρα και κύριος μηχανισμός για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι η παιδεία.

Σε άρθρα άλλης ανάρτησης παραθέτουμε συνοπτικά διάφορες απόψεις, με τις οποίες αντιμετωπίζεται η τεχνολογία αλά συχνά γενικότερα και η επιστήμη, άλλοτε με σκεπτικισμό και τεχνοφοβία, συχνά με άγνοια για τις δυνατότητές της και άλλοτε, όχι σπάνια, με ρομαντική διάθεση!